'ρεῖς

ἀ̱ρεῖς , ἀείρω
attach
fut ind act 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic)
ἀρεῖς , αἴρω
attach
fut ind act 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic)
ἐρεῖς , ἐρέω
love
pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic)
ἐρεῖς , ἐρῶ
verbum
fut ind act 2nd sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ῥεῖς — ῥέω flow pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) ῥέω flow imperf ind act 2nd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ρέις, Φρέντερικ — (Reys, 1638 – 1731). Ολλανδός ανατόμος. Από το 1665 ο Ρ. εργάστηκε στο πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και το 1885 έγινε καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μελέτη του αγγειακού συστήματος. Ήταν ο πρώτος που περιέγραψε τις… …   Dictionary of Greek

  • φύρεις — φύ̱ρεις , φύρω mix aor subj act 2nd sg (epic) φύ̱ρεις , φύρω mix pres ind act 2nd sg φύ̱ρεις , φυράω mixing imperf ind act 2nd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ουλεμάς — Από το αραβικό αλίμ = σοφός. Μορφωμένος, απόφοιτος ιερατικής σχολής, που έχει το δικαίωμα να διοριστεί ιεροδικαστής. Οι ο. αποτελούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία ιδιαίτερο σώμα διδακτόρων του μουσουλμανικού δικαίου και είχαν πολλά προνόμια,… …   Dictionary of Greek

  • βάρεις — βά̱ρεις , βᾶρις Et.Gud. fem nom/voc pl (attic epic ionic) βά̱ρεις , βᾶρις Et.Gud. fem nom/acc pl (attic ionic) βαρέω weigh down imperf ind act 2nd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασύρεις — διασύ̱ρεις , διασύρω tear in pieces aor subj act 2nd sg (epic) διασύ̱ρεις , διασύρω tear in pieces pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήρεις — δή̱ρεις , δῆρις battle fem nom/voc pl (attic epic) δή̱ρεις , δῆρις battle fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλασίρεις — καλασί̱ρεις , καλάσιρις a long Egyptian garment fem nom/voc pl (attic epic) καλασί̱ρεις , καλάσιρις a long Egyptian garment fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασύρεις — κατασύ̱ρεις , κατασύρω draw aor subj act 2nd sg (epic) κατασύ̱ρεις , κατασύρω draw pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασύρεις — παρασύ̱ρεις , παρασύρω sweep away aor subj act 2nd sg (epic) παρασύ̱ρεις , παρασύρω sweep away pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.